Χριστούγεννα στου Γανυμήδη

Isaac Asimov **

Christmas on Ganymede (1942)

Μετάφραση: Σπάρτη Γεροδήμου

Ο Όλαφ Τζόνσον μουρμούριζε κάποιο σκοπό μονάχος του και τα γαλάζια σαν από πορσελάνη μάτια του είχαν κάτι το ονειροπόλο, καθώς περιδιάβαζαν το επιβλητικό έλατο στη γωνιά της βιβλιοθήκης. Αν και η βιβλιοθήκη ήταν το μεγαλύτερο δωμάτιο που διέθετε το Ντομ, ο Όλαφ δεν το έβρισκε και τόσο άνετο για την περίσταση. Γεμάτος ενθουσιασμό, έχωσε το χέρι του στο πελώριο πανέρι πλάι του και τράβηξε το πρώτο ρολό πρασινοκόκκινο γκοφρέ χαρτί.

Ποιο συναισθηματικό ξέσπασμα έδωσε την έμπνευση στην Γανυμηδική Εταιρία Προϊόντων Α.Ε. να στείλει ολόκληρη συλλογή από Χριστουγεννιάτικες διακοσμήσεις στο Ντομ ; Ούτε στάθηκε να ρωτήσει. Ο Όλαφ ήταν γεμάτος κέφι. Έχοντας αυτοδιοριστεί Χριστουγεννιάτικος αρχι-διακοσμητής, ένιωθε πολύ ευχαριστημένος με τη δουλειά του.
Ξάφνου σκυθρώπιασε και ψιθύρισε μια βλαστήμια. Το φωτάκι που έδινε το σινιάλο για Γενική Συγκέντρωση αναβόσβηνε υστερικά. Με πληγωμένο ύφος, ο Όλαφ απόθεσε το σφυράκι που μόλις είχε σηκώσει, με το ρολό με το γκοφρέ χαρτί, τίναξε από τα μαλλιά του μερικά σκουπιδάκια από τις γιρλάντες και έβαλε πλώρη για το γραφείο των αξιωματικών.
Ο διοικητής Σκοτ Πέλχαμ ήταν κιόλας καθισμένος στη βαθιά πολυθρόνα του στην κεφαλή του τραπεζιού, όταν μπήκε ο Όλαφ. Τα κοντόχοντρα δάχτυλά του έπαιζαν άρρυθμα ταμπούρλο πάνω στο τραπέζι που ήταν σκεπασμένο με γυαλί. Ο Όλαφ συνάντησε χωρίς φόβο τα πυρωμένα από θυμό μάτια του διοικητή, γιατί στο τμήμα του όλα πήγαιναν ρολόι εδώ και είκοσι γανυμήδιες περιστροφές.
Η αίθουσα γέμισε γρήγορα από τους άντρες και τα μάτια του Πέλχαμ σκλήρυναν καθώς με μια σαρωτική ματιά μέτρησε τους παρόντες.
«Είμαστε όλοι εδώ. Ανδρες, αντιμετωπίζουμε μια κρίση!»
Ένα αδιόρατο ανάδεμα έγινε αισθητό. Τα μάτια του Όλαφ σεργιάνισαν στο ταβάνι και αποχαυνώθηκαν.  Οι κρίσεις ξέσπαγαν στο Ντομ περίπου μια φορά στην περιστροφή. Πότε γιατί έπρεπε να αυξήσουν την ποσότητα του οξίτη, πότε γιατί ήταν κατώτερη η ποιότητα της τελευταίας φουρνιάς, από φύλλα κάρεν. Στα λόγια που ακολούθησαν, όμως, το κορμί του σφίχτηκε.
«Σε ότι αφορά την κρίση, δεν έχω να κάνω καμιά ερώτηση»’ (Η φωνή του Πέλχαμ ήταν βαθιά, βαρύτονη και τριβέλιζε ανυπόφορα όταν ήταν θυμωμένος). Ποιος βρωμιάρης και ηλίθιος καπετάν – φασαρίας έχει πει όλα αυτά τα παραμύθια στους καταραμένους τους Στρουθό ;»
Ο Όλαφ καθάρισε βήχοντας νευρικά το λαιμό του και μεμιάς έγινε το κέντρο της προσοχής. Το καρύδι του ανεβοκατέβαινε με ξαφνικό πανικό και το κούτελό του ζάρωσε σαν σανίδα της σκάφης. Ανατρίχιασε.
«Εγώ… εγώ…», ψέλλισε και βουβάθηκε αμέσως. Τα μακριά δάχτυλά του έκαναν μιαν αμήχανη παρακλητική κίνηση. «Δηλαδή, ήμουνα εκεί πέρα χτες μετά από τις τελευταίες – χμ – προμήθειες από φύλλα κάρεν, ένεκα που οι Στρουθό καθυστέρησαν και…»
Μια απατηλή γλυκάδα τύλιξε τη φωνή του Πέλχαμ. Χαμογέλασε.
«Μήπως είπες σε αυτούς τους ιθαγενείς για τον Αγιο Βασίλη, Όλαφ ;»
Το χαμόγελο έμοιαζε ότο τίποτα με λαίμαργο στραβοκοίταγμα λύκου και ο Όλαφ έσπασε. Κούνησε το κεφάλι του σπασμωδικά.
«Α, ώστε μίλησες ; Για κοίτα, λοιπόν, τους μίλησες για τον Αγιο – Βασίλη! Ότι κατεβαίνει σε ένα έλκηθρο που πετάει στον αέρα και το σέρνουνε οχτώ τάρανδοι, ε;»
«Εεε – χμ – έτσι δεν γίνεται ;» ρώτησε ο Όλαφ δυστυχισμένα.
«Και ζωγράφισες και τους τάρανδους, έτσι, μη τυχόν και γίνει κανένα λάθος. Τους είπες ακόμα ότι ο Αγιος Βασίλης έχει μακριά άσπρη γενειάδα και κόκκινη φορεσιά με άσπρες γαρνιτούρες».
«Μάλιστα», είπε ο Όλαφ, με σαστισμένα μούτρα.
«Και ότι έχει μια μεγάλη σακούλα τίγκα δώρα για τα καλά αγοράκια και κοριτσάκια και την κατεβάζει από την καμινάδα και βάζει τους μποναμάδες μέσα στις κάλτσες».
«Βέβαια».
«Τους είπες ακόμα ότι όπου να ‘ναι πρέπει να έρθει, ε ; Αλλη μια περιστροφή και θα μας καταφτάσει».
Ο Όλαφ χαμογέλασε ασθενικά.
«Μάλιστα, κ. διοικητά, ήθελα να σας το πω. Στολίζω το δέντρο και…»
«Σκασμός». (Ο διοικητής ανάσαινε βαριά αφήνοντας ένα σφύριγμα). «Ξέρεις τι σκέφτηκαν εκείνοι οι Στρουθό ;»
«Όχι, κ. διοικητά».
Ο Πέλχαμ έγειρε στο τραπέζι προς τη μεριά του Όλαφ και ούρλιαξε:
«Θέλουν να τους επισκεφτεί αυτούς ο Αγιος Βασίλης!»
Κάποιος γέλασε και σβέλτα, το γύρισε σε ξερόβηχα μόλις αντίκρισε τη δολοφονική ματιά του διοικητή.
«Κι αν ο Αγιος Βασίλης δεν τους επισκεφτεί, οι Στρουθό θα εγκαταλείψουν τη δουλειά!». Και ξανάπε: «Θα τα παρατήσουν σύξυλα, θα απεργήσουν!»
Μετά από αυτά τα λόγια, δεν ακούστηκε γέλιο, ούτε ξερόβηχας. Αν υπήρχε έστω και μια μόνο σκέψη ανάμεσα στην ομάδα, ούτε που φάνηκε. Ο Όλαφ όμως την έβαλε σε λόγια.
«Και τι θα γίνει με το ποσοστό ;»
«Ακριβώς, τι θα γίνει ;» γρύλισε ο Πέλχαμ. «Υπάρχει λόγος να σας το περιγράψω; Η Γανυμηδική Εταιρία πρέπει να βγάζει εκατό τόνους βολφραμίτη, ογδόντα τόνους φύλλα κάρεν και πενήντα τόνους οξίτη κάθε χρόνο, διαφορετικά χάνει την εκχώρησή της. Νομίζω πως δεν υπάρχει ούτε ένας εδώ μέσα που να μην το ξέρει αυτό. Και τα πράγματα ήρθαν έτσι που το τρέχον έτος λήγει σε δυο γανυμήδιες περιστροφές και ήδη βρισκόμαστε κατά πέντε τοις εκατό πίσω από το πρόγραμμα».
Έπεσε βαριά, τρομαγμένη βουβαμάρα.
«Και τώρα έχουμε και τους Στρουθό που δεν θέλουνε να δουλέψουνε εκτός και αν τους πάει ο Αγιος Βασίλης. Δουλειά, ποσοστά , εκχώρηση μηδέν – και μηδέν λεφτά. Μπήκατε, εκφυλισμένοι βλάκες; Όταν η εταιρία θα χάσει την εκχώρησή της, εμείς θα χάσουμε τις πιο καλοπληρωμένες δουλειές στο Σύστημα. Φιλιά και χαιρετίσματα, κύριοι, εκτός…»
Σταμάτησε, κάρφωσε το γουρλωτό μάτι του στον Όλαφ και πρόσθεσε:
«Εκτός κι αν, με την άλλη περιστροφή, έχουμε το ιπτάμενο έλκηθρό μας, οκτώ ταράνδους και έναν Αγιο Βασίλη. Και, μα την τελευταία κοσμική κουκίδα στα δαχτυλίδια του Κρόνου, θα τα έχουμε όλα, ιδίως τον Αγιο!»
Δέκα πρόσωπα στράφηκαν προς το μέρος του κατάχλωμα σαν φαντάσματα.
«Έχετε κανένα στο μυαλό κ. διοικητά ;» ρώτησε κάποιος με φωνή που κατά τα τρία τέταρτα ήταν κρώξιμο.
«Μάλιστα, έχω κάποιον, εδώ που τα λέμε».
Απλώθηκε πίσω στην καρέκλα του. Ο Όλαφ Τζόνσον μούσκεψε σε ξαφνικό ιδρώτα καθώς βρέθηκε να κοιτάζει την άκρη του δαχτύλου.
«Ωχ, κ. διοικητά!» τρέμισε.
Το δάχτυλο που τον έδειχνε όμως δεν μετακινήθηκε.

Ο Πέλχαμ μπήκε στο θάλαμο με βήμα βαρύ, έβγαλε τη μάσκα οξυγόνου και τους κρύους κυλίνδρους που ήταν προσκολλημένοι σε αυτήν. Ένα – ένα πέταξε από πάνω του τα χοντρά μάλλινα εξωτερικά ρούχα και, με έναν τελευταίο αποκαμωμένο στεναγμό, τίναξε πέρα ένα ζευγάρι βαριές διαστημικές μπότες.
Ο Σιμ Πηρς σταμάτησε την προσεχτική επιθεώρηση που έκανε στην τελευταία φουρνιά από φύλλα κάρεν και έριξε μια ματιά γεμάτη ελπίδα πάνω από τα γυαλιά του.
«Λοιπόν ;» έκανε.
Ο Πέλχαμ ανασήκωσε τους ώμους. «Τους υποσχέθηκα και τον Αη – Βασίλη. Τι άλλο μπορούσα να κάνω ; Και τους διπλασίασα τις μερίδες της ζάχαρης – έτσι ξαναγύρισαν στη δουλειά – για την ώρα».
«Εννοείτε μέχρι τη στιγμή που δεν θα παρουσιαστεί ο Αη – Βασίλης που τους υποσχεθήκαμε». Ο Πηρς τεντώθηκε και κούνησε ένα φύλλο κάρεν στο πρόσωπο του διοικητή για να δώσει έμφαση. «Δεν έχω ξανακούσει μεγαλύτερη ανοησία από αυτή. Δεν μπορεί να γίνει. Δεν υπάρχει Αη – Βασίλης!»
«Για δοκίμασε να το πεις αυτό στους Στρουθό». Ο Πέλχαμ ρίχτηκε σε μια καρέκλα και η έκφραση του σκλήρυνε και σκοτείνιασε. «Τι κάνει ο Μένσον ;»
«Μιλάτε για αυτό το ιπτάμενο έλκηθρο που λέει πως μπορεί να σκαρώσει ;»
Ο Πηρς κράτησε ένα φύλλο στο φως και το περιεργάστηκε με κριτικό μάτι.
«Αν θέλετε τη γνώμη μου, είναι «βαρεμένος». Το γερο – σαΐνι μας κατέβηκε σήμερα το πρωί στο υπόγειο και από τότε βρίσκεται εκεί. Το μόνο που ξέρω είναι ότι διέλυσε τον περισσευούμενο ήλεκτρο – αποσυνθέτη. Αν συμβεί καμιά βλάβη στον άλλον, θα μείνουμε απλώς χωρίς οξυγόνο».
«Αχ», (ο Πέλχαμ σηκώθηκε βαριά), όσο για μένα ελπίζω να πεθάνουμε από ασφυξία. Θα ήταν μια εύκολη διέξοδος από αυτό το λάκκο που έχουμε πέσει. Κατεβαίνω».
Βγήκε σέρνοντας τα βήματά και βρόντηξε πίσω του την πόρτα.
Στο υπόγειο κοίταξε γύρω του σαστισμένος, γιατί η αίθουσα ήταν γεμάτη με αστραφτερά κομμάτια μηχανής από χρωμιούχο χάλυβα. Του χρειάστηκε κάμποση ώρα για να καταλάβει πως αυτό το ανακάτεμα ήταν ότι απέμεινε από εκείνο που ήταν χτες ένας συμπαγής, καλοφτιαγμένος ηλεκτρό – αποσυνθέτης. Στο κέντρο, σε αναχρονιστική αντίθεση στεκόταν ένα σκονισμένο ξύλινο έλκηθρο πάνω σε σκουριασμένους ολισθητήρες. Κάτω από όλα αυτά έφτανε ο ήχος σφυριού.
«Ε, Μπένσον!» φώναξε ο Πέλχαμ.
Ένα μουντζουρωμένο, ιδρωμένο πρόσωπο πρόβαλε κάτω από το έλκηθρο και ένα φτύσιμο ταμπάκου τινάχτηκε προς το τασάκι που ακολουθούσε παντού τον Μπένσον.
«Γιατί φωνάζετε έτσι ;» παραπονέθηκε. «Είναι ντελικάτη δουλειά αυτή!»
«Τι στο διάβολο είναι αυτό το αλλόκοτο μαραφέτι ;» ρώτησε ο Πέλχαμ.
«Ιπτάμενο έλκηθρο, και μάλιστα δικό μου σχέδιο». (Το φως του ενθουσιασμού έφεγγε στα υγρά μάτια του Μπένσον και η μπουκιά του καπνού του πήγαινε από το ‘να μάγουλο στο άλλο καθώς μιλούσε). «Τον παλιό καιρό έφεραν εδώ το έλκηθρο νομίζοντας ότι ο Γανυμήδης ήταν σκεπασμένος με χιόνι, όπως οι άλλοι δορυφόροι του Δία. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να τοποθετήσω μερικούς απωθητήρες βαρύτητας από τον αποσυνθετή στη βάση του, και το έλκηθρο θα χάνει το βάρος του όταν ανάβει το ρεύμα. Οι στρόβιλοι πεπιεσμένου αέρα κάνουν τα υπόλοιπα».
Ο διοικητής δάγκωσε το χείλι του γεμάτος αμφιβολίες.
«Θα λειτουργήσει ;»
«Και βέβαια θα λειτουργήσει. Ένα σωρό άνθρωποι έχουν σκεφτεί να χρησιμοποιήσουν τους απωθητήρες στα αεροπορικά ταξίδια, αλλά είναι αδύνατο, ιδιαίτερα σε πεδία με μεγάλη βαρύτητα. Εδώ στο Γανυμήδη, με ένα πεδίο ένα τρίτο σε βαρύτητα και με αραιή ατμόσφαιρα, ακόμα και ένα παιδί θα μπορούσε να το δουλέψει. Ακόμα και ο Τζόνσον θα μπορούσε να το χειριστεί, αν και δεν θα τα έβαφα μαύρα αν έπεφτε και έσπαγε τον καταραμένο του λαιμό».
«Καλά, λοιπόν, άκου εδώ. Έχουμε ένα κάρο από το ντόπιο ξύλο αμάραντου. Βρες τον Τσάρλυ Φιν και πες του να βάλει το έλκηθρο σε μια πλατφόρμα καμωμένη από αυτό το ξύλο. Πρέπει να το αφήσει να προεξέχει καμιά εικοσαριά πόδια μπροστά, με κάγκελα στην προεξοχή!»
Ο Μπένσον έφτυσε και στραβοκοίταξε μέσα από τα λαδωμένα μαλλιά που έπεφταν στα μάτια του.
«Τι σκαρώνετε, κ. διοικητά ;»
Το γέλιο του Πέλχαμ βγήκε με κοφτά, βραχνά γαυγίσματα.
«Αυτοί οι Στρουθό περιμένουνε ταράνδους, και θα έχουνε ταράνδους, μάλιστα. Και τα ζώα αυτά θα πρέπει να στέκονται πάνω σε κάτι, ή όχι ;»
«Το δίχως άλλο… αλλά μια στιγμή! Δεν υπάρχει ούτε μισός τάρανδος στο Γανυμήδη».
Ο διοικητής Πέλχαμ κοντοστάθηκε όπως πήγαινε για την πόρτα. Τα μάτια του στένεψαν δυσοίωνα, όπως του συνέβαινε πάντα όταν σκεφτόταν τον Όλαφ Τζόνσον.
«Ο Όλαφ είναι έξω και γυροφέρνει για να μας πιάσει οχτώ ακανθοφόρους. Έχουν τέσσερα πόδια, ένα κεφάλι από τη μια και μια ουρά από την άλλη. Αυτό πιστεύω ότι αρκεί για τους Στρουθό».
Ο γερο – μηχανικός κατάπιε την πληροφορία και κάγχασε ένρινα.
«Φίνα! Του εύχομαι να απολαύσει τη δουλειά του».
«Κι εγώ», είπε μέσα από τα δόντια του ο Πέλχαμ.
Βγήκε βαριά από την αίθουσα καθώς ο Μπένσον, λοξοκοιτάζοντας ακόμα, τρύπωσε κάτω από το έλκηθρο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s