Νίκος Αλεξίου (1960-2011)

Η διαδρομή

Ο Νίκος Αλεξίου γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1960. Σε ηλικία 22 ετών πήγε για σπουδές στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης όπου και παρέμεινε ως το 1984 όταν επέστρεψε στην Αθήνα για να σπουδάσει στην Α. Σ. Κ. Τ. Το 1985 έκανε την πρώτη του ατομική στον ΔΕΣΜΟ χρησιμοποιώντας φυσικά υλικά: πέτρες, ξύλα, λάσπη, καλάμια, νερό κ. λ. π.
Το 1987 έκανε μια σειρά έργων με τίτλο «Πρίσματα» αναλύοντας το φάσμα του λευκού φωτός και προβάλλοντας τους ιριδισμούς του σε διάφορους χώρους, στην βροχή κ. λ. π.
Όταν μετέπειτα έκανε τα «Ηλιακά σπίτια» δημιούργησε το προσωπικό ιδεόγραμμα της δουλειάς του. Επρόκειτο για λιτές κατασκευές με καλάμια, για εύθραυστους, διαπερατούς «ναούς» πλην όμως γεωμετρικά πειθαρχημένους. Είχαν τετράγωνο- ως επί το πλείστον σχήμα- κι άρθρωναν ένα σχεδόν άϋλο αρχιτεκτόνημα που ο ίδιος ορίζει ως «νοητό περίπτερο κήπου».
Με θέματα και μοτίβα από την μονή Ιβήρων ο Αλεξίου ασχολείται από το 2003, την χρονιά που συμμετείχε και σε μια ομαδική στο Armory Show της Νέας Υόρκης. Ο Αλεξίου έχει λάβει μέρος σε πολλές ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη ενώ το 2005 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 23η Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας. Το 2007 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Μπιενάλε Βενετίας.
Έκανε επίσης πολλές ατομικές εκθέσεις: στην γκαλερί Unlimited Contemporary Art, Αθήνα (2004), στο 365 Art Project, Αθήνα (2004), στην γκαλερί Λόλα Νικολάου, Θεσσαλονίκη (2003), στην γκαλερί Ρεβέκκα Καμχή, Αθήνα (2003), στην γκαλερί 3, Αθήνα (2002) και στον Εξερευνητή, Αθήνα (2001) κ.ά.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η δουλειά του και η συλλογή του

ANGEL ROLLING UP THE HEAVENS
COMMENTS
SAINT MARK VENICE
THE COLLECTION
THE END
THE GATE
THE WORKSHOP
THEATRO
WHITE SPACE
ATH 2004

Για την συμμετοχή του στην Biennale της Βενετίας (2007)

Καλλιτέχνης του χώρου και μάστορας της αίσθησης του οριακού, ο Νίκος Αλεξίου γνωστός για τα ντελικάτα έργα, τα αραχνοΰφαντα μοτίβα, τα διάτρητα χαρτοκεντήματα και τις λιτοδίαιτες κατασκευές του θα μας εκπροσωπήσει φέτος στην μπιενάλε Βενετίας.

Ο τίτλος της μπιενάλε που θα κρατήσει είναι «Σκέψου με τις αισθήσεις- νοιώσε με τον νου. Η τέχνη σε ενεστώτα χρόνο». Φαίνεται πως η αισθαντική εγκατάσταση του Αλεξίου βρίσκεται ακριβώς στον πυρήνα του θέματος. Εκπορεύεται από τα υπέροχα μοτίβα του δαπέδου της μονής Ιβήρων που τα αναγεννά σε ατελείωτες χρωματικές και σχεδιαστικές παραλλαγές αρθρώνοντας έναν εκστατικό κόσμο κάλλους και μέτρου. Πρόκειται για ένα «δομημένο χάος», που ισορροπεί ωστόσο ανάμεσα στην γεωμετρικότητα της ύλης και την αυθόρμητη χειρονομία..
Το έργο του Αλεξίου αναδύεται ξανά, όχι ως ένα προϊόν μιας προκατασκευασμένης ιδέας, αλλά ως εκπόρευση ενός ολοκληρωτικού δοσίματος στο κάλλος των μορφών. Ως τέχνημα και τριβή της σωματικής του αφοσίωσης σ’ αυτό. Κι αυτό είναι που προσδίδει τελικά μια φυσική χάρη και μια αύρα λύτρωσης στο έργο.
O Αλεξίου εννοεί την παράδοση με την έννοια που της δίνει ο Husserl. Πως «το παρελθόν της ζωγραφικής δημιουργεί στον ζωγράφο μιά παράδοση, το καθήκον να ξαναρχίσει διαφορετικά, όχι μιαν επιβίωση, που είναι η υποκριτική μορφή της λήθης, αλλά την αποτελεσματική ανάκτηση, που είναι η ευγενής μορφή της μνήμης.»
Αυτήν την «ανάκτηση της μνήμης» μέσα από την βιωματική του οικειότητα επιχειρεί και σήμερα να μεταδώσει, παρέχοντας ωστόσο στον θεατή μιαν ελευθερία όρασης κι ένα χάσιμο έκστασης στο ψυχεδελικό σύμπαν που προτείνει. Έναν κόσμο, διάστικτο από χρωματικά μοτίβα που κινούνται ρευστά στον χώρο, από τρυφερά  σκαριφήματα της μονής, από δαντελωτά και ψηφιακούς λαβυρίνθους.
Όλα μαζί τα αναμνηστικά σχέδια, τα θραυσματικά μοτίβα που κινούνται ανεπαίσθητα στο video μεταλλάσσοντας διαρκώς την μορφή τους και τα μετέωρα δαντελωτά, ορίζουν έναν νέο αισθητικό κόσμο, ανοιχτό στην φαντασίωση, το βίωμα, την «ατομική ανάσα» του θεατή, σχετικοποιώντας έτσι κατά πολύ την κλασσική αντίληψη της σταθερότητας  αλλά κι «αντικειμενικότητας» του χώρου.. Το πρόσχημα της ύλης επανέρχεται λοιπόν ως έννοια ξανά και ξανά στην περίπτωση του Αλεξίου ως μια αφορμή για να ξαναδούμε τον εσωτερικό μας κόσμο και τον τρόπο που αντανακλάται φυσικά στον εξωτερικό. Κι αυτό ίσως να είναι τελικά το κεντρικό θέμα της τέχνης.

Συνέντευξη του Νίκου Αλεξίου στην Βασιλίκα Σαριλάκη*

– Τι θα περιλαμβάνει η εγκατάσταση που θα παρουσιάσεις στην μπιενάλε και πως είναι δομημένη;

-Το έργο αυτό λειτουργεί ως μια θεατρική μηχανή. Γιατί το ίδιο του το στήσιμο «παίζει» με τον θεατή. Μετά από την πύλη της εγκατάστασης, υπάρχει μια μεγάλη οθόνη με μια  προβολή video και καλείται ο θεατής να πάει από πίσω, να περιπλανηθεί ουσιαστικά μέσα στην «σκηνή». Μέσα στην καρδιά της μηχανής. Έτσι ο θεατής δεν παρακολουθεί απ’ έξω, αλλά μπαίνει σ’ ένα πράγμα που τον περιβάλλει από παντού.. Πίσω από την οθόνη υπάρχουν επίσης κάποια επάλληλα κρεμασμένα «δαντελωτά» κι ακολουθούν τα πανό με διάφορα σχέδια από την μονή Ιβήρων.

– Τι σε συγκίνησε στο συγκεκριμένο δάπεδο της μονής Ιβήρων κι αποφάσισες ν’ ασχοληθείς με αυτό; Σε ενδιέφερε απλώς η φόρμα του ή έχει να κάνει με τις εμπειρίες σου από την μονή που την επισκέπτεσαι από το 1995;

– Ξέρεις αυτά τα πράγματα είναι περίεργα. Έρχεσαι αρχικά σε επαφή με κάτι και δεν ξέρεις τι είναι αυτό που σε συγκινεί…Θα μπορούσε να ήταν και κάτι άλλο. Αυτό το δάπεδο όμως, καθώς βρισκόταν στο κέντρο του ναού και ζώντας μέσα στο μοναστήρι το περπατούσα αρκετές φορές την μέρα. Οπότε η επιλογή του είχε να κάνει με το βίωμα που είχε αναπτυχθεί, με την οικειότητα που είχα μαζί του.

– Αυτά τα σχέδια εδώ στο video που μου δείχνεις λειτουργούν κάπως ως μια αφορμή για ένα «διαλογιστικό χάσιμο»;

– Ναι, ενδεχομένως.. Δηλαδή αυτό που κάνω είναι ότι απλώνω σ’ έναν χώρο όλο αυτό το πλήθος γραμμών μ’ έναν τρόπο «δώστα όλα».. Μα δες τι ωραίο που είναι. .απόλαυσε το.. Είναι  trip, πως το λένε..

– Είναι πράγματι πολύ γοητευτικό. Θυμίζει και κάποια αραβικά μοτίβα..

– Καμία σχέση. Αυτά είναι Ελληνικά μοτίβα που τα είχαμε από το 300 π. Χ .Είναι σχέδια που μ’ αυτά μεγαλώνει κανείς.

-Γιατί αλήθεια έδωσες τον τίτλο «Το τέλος» σ’ αυτό το έργο;

– Γιατί αναφέρεται σ’ ένα καταπληκτικό κείμενο του Beckett με τον ίδιο τίτλο, που ταίριαξε πολύ μ’ αυτό το έργο.

– Σε ποιο σημείο;

– Ξέρεις, αυτό το σχέδιο, αυτές οι γραμμές βρίσκονται σ’ ένα μεταίχμιο, ένα όριο.  Είναι η γέννηση κι ο θάνατος ταυτόχρονα. Κάτι που εκπέμπεται επίσης από το κείμενο του Beckett. Γι’ αυτό και είτε πρόκειται για μια οθόνη, είτε μια «κουρτίνα» είτε ένα χαρτί εγγράφονται πάντα σε μια διάσταση. Ένα επίπεδο Είναι το τέλος κι η αρχή μαζί…Έπειτα το «Τέλος» εδώ μου θυμίζει και όταν πέφτει ο τίτλος του τέλους σε μια ταινία.. Και είναι μια κατάσταση έκστασης που προκύπτει απ’ την «πραγματικότητα» αυτή του έργου. .είναι trance..

– Κι αυτή η κατάσταση, αυτές οι εικόνες σε τι διαφέρουν από την pop art;

– Είναι pop . Αυτό το video  π. χ που βλέπουμε τώρα παίζει με τα sixty’s..

– Με ψυχεδέλεια;

– Ναι.

– Ωραία, αλλά κάποιος μπορεί ν’ αναρωτηθεί.. «Καλά πως μπορεί να συνδυαστεί το δάπεδο της μονής Ιβήρων που φέρει τα συγκεκριμένα βιώματα, με τα οκταγωνικά κοσμολογικά σύμβολα, τις μαντάλες, τον διαλογισμό κ. λ. π μ’ ένα νεοπόπ ιδίωμα ή με μια ψυχεδέλεια;»

– Και τι είναι το νεοπόπ; Ακριβώς αυτό είναι.. Jimmy Hendix κι Άγιος ο Θεός..

– Πέρα από τα οφθαλμοφανή, υπάρχει κάποια εκδοχή κρυπτικότητας εδώ; Όπως  στις διάτρητες κουρτίνες που έχεις κάνει όπου κανείς βλέπει και δεν βλέπει μέσα από τον  ιστό τους;

– Υπάρχει ξανά, αυτή η γοητεία του μεταιχμίου, του διάφανου που είναι σε 2 διαστάσεις μόνο..

– Δηλαδή σε ενδιαφέρει κυρίως η επιφάνεια.

– Ναι, ναι.

– Δηλαδή δεν υπάρχει καμία συμβολική διάσταση στο έργο σου;

– Ο καθένας μπορεί να βρει εκεί ότι σύμβολο θέλει. Δηλαδή βλέπεις αυτό και λες: «Ά αυτός είναι ένας κήπος» ή ένα συμπαντικό σύμβολο. Είναι ότι βλέπεις.

– Σε ρώτησα εύλογα αν η δουλειά σου αυτήν την φορά σχετίζεται με σύμβολά όχι μόνον γιατί τα σχέδια αυτά είναι διαρθρωμένα ως μαντάλες, δηλ. κοσμολογικά σύμβολα, αλλά γιατί όπως ξέρεις όλοι οι κορυφαίοι μετρ της αφαίρεσης, ο Mondrian, o Kandinsky, ή ο Malevich, ο Kupka, ο Itten είχαν στενή σχέση με την μεταφυσική και την συμβολιστική της. Κι αυτό δεν ήταν τυχαίο..

– Μεταφυσική… Σκέτα φυσική μπορεί να το λέει κανείς; Εγώ το ονομάζω έτσι..

– Δεν χρησιμοποιώ το όρο μεταφυσική με την έννοια της «μη πραγματικότητας» ή για να της επισυνάψω κάτι ύποπτο ή αρνητικό. Απλώς η ίδια η γεωμετρική φόρμα είναι σύμβολο αφ’ εαυτή. Και παράγει συγκεκριμένες αισθήσεις κι ιδέες. Θυμήσου τις θεοσοφικές αντιλήψεις του  Mondrian που όριζε την κάθετο ως πνεύμα και την οριζόντια ως ύλη, ή το «πνευματικό συντακτικό» χρωμάτων και σχημάτων του  Kandinsky ή του Itten.. Γι αυτό σε ρωτάω. Εσύ που χρησιμοποιείς αυτά τα παραδοσιακά, αρχετυπικά μοτίβα παραπέμπουν ή όχι σε συμβολισμούς;

– Δεν με ενδιαφέρουν οι συμβολισμοί. Τα χρησιμοποιώ όλ’ αυτά για να πλάσω μια άλλη πραγματικότητα. Το τι λέει αυτή η πραγματικότητα είναι άλλο θέμα. Για μένα έχει σημασία το πώς στέκεσαι μπροστά σ’ ένα έργο τέχνης.. Εγώ δεν πάω απέναντι στο έργο, το αντιλαμβάνομαι στο πλάι μου. Δηλαδή είναι δίπλα.. Δεν το κοιτάζω απέναντί μου.. Είναι κάτι το οποίο το αντιλαμβάνομαι περισσότερο με τον ώμο και την πλάτη μου.

– Τι ακριβώς εννοείς;

– Εννοώ ότι πρέπει να βρίσκεσαι ακριβώς εκεί που υπάρχει ένα έργο τέχνης. Να είσαι παρών στον συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, αυτό είναι αρκετό. Και μετά το φέρεις μέσα σου ως μνήμη..

– Αυτό που λες μου θυμίζει την εμπειρία του « εδώ και τώρα» που λένε στο Ζέν.. Αλήθεια κάποιες από τις λιτές κατασκευές που έκανες παλιά με καλάμια μερικοί τις ονόμαζαν Ζέν κατασκευές..

– Μπορεί.. Κι αυτό Ζέν είναι..

– Εσύ πιστεύεις πως η τέχνη του 21ου αιώνα πρέπει να επιστρέψει στην έννοια του ωραίου που συκοφαντήθηκε στο διάβα του 20ου αιώνα;

– Δεν συκοφαντήθηκε καθόλου. Εγώ πιστεύω ότι και στον εικοστό και στον εικοστό πρώτο, η ομορφιά αποθεώνεται ξανά. Η έννοια του ωραίου είναι ενδιάθετη στην τέχνη.

Συνέντευξη με τον Γιώργο Τζιρτζιλάκη**

-Ποια ιδιαιτερότητα που μπορεί να θεωρηθεί ως πλεονέκτημα έχουμε φέτος στην μπιενάλε Βενετίας με τον Αλεξίου σε σχέση και με τις προηγούμενες συμμετοχές μας;

-Την ανάδειξη της ετερότητας. Ο Αλεξίου πριμοδοτεί την συνάντηση αλλά και την διαφοροποίηση που έχουμε εμείς από τον πολιτισμό της Ευρώπης. Είναι μια δουλειά που κινείται στα μεταίχμια. Είναι αυτό που τόσα χρόνια απωθούσαμε..

– Τι ακριβώς απωθούσαμε;

-Νομίζω πως εμφανιζόμαστε τόσα χρόνια στην μπιενάλε ως πιο δυτικοί από τους δυτικούς.. Το πάγιο πρόβλημα της Ελλάδας είναι πως εμφανιζόμαστε πάντα ως βασιλικότεροι του βασιλέως κι όχι ως αυτό που είμαστε. Υπάρχει δηλαδή μια απώθηση ψυχαναλυτικής τάξεως σ’ αυτό που είμαστε. Όταν ο Ελληνικός πολιτισμός βγαίνει από τα σύνορα της Ελλάδας μοιάζει να θέλει να λησμονήσει αυτό που είναι..

-Υπάρχουν φυσικά μεγάλες εξαιρέσεις σ’ αυτό.. Δηλαδή οι περιπτώσεις του Κουνέλη, του Τάκη κι άλλων που με τον τρόπο τους δεν αποποιήθηκαν την ουσία του ελληνικού αρχέτυπου μέσα από το έργο τους.

-Αυτοί είναι καλλιτέχνες που δεν βγήκαν ως Έλληνες στο εξωτερικό. Έκαναν ευρωπαϊκή καριέρα και συνδέθηκαν με διεθνή κινήματα.

-Ας επιστρέψουμε στον Αλεξίου για να δώσουμε το στίγμα της δικής του «ελληνικότητας».. Γιατί με άλλο τρόπο αντιμετωπίζει το Βυζάντιο π. χ ο Κουνέλης, όταν το αναλύει ιστορικά και φιλοσοφικά και το συνδυάζει με τον μοντερνισμό, ή ο νεώτερος Χαραλαμπίδης που συμβολικά και πολιτικά αντιπαραβάλλει την αρχιεπισκοπική μίτρα μ’ ένα στρατιωτικό σακίδιο κι αλλιώς ο τελετουργικός Σπηλιόπουλος. Στην περίπτωση Αλεξίου που χρησιμοποιεί αυτά τα βυζαντινά μοτίβα τι έχουμε;

Αλεξίου δεν αναφέρεται με την στενή έννοια στο Βυζάντιο. Αναφέρεται στην μονή Ιβήρων που είναι ένα κομμάτι του παγκόσμιου πολιτισμού καθόλου ξεκομμένο, κι αναφέρεται σε μια εμπειρία ανάγνωσης του κόσμου. Εξάλλου αυτά τα σχήματα και τα μοτίβα μπορείς να τα βρεις και σ΄ άλλους πολιτισμούς, της Ασίας. Το έργο του Νίκου είναι ένα ημερολόγιο εμπειριών. Το θέμα είναι αν μπορούμε σήμερα να ξαναδώσουμε το μέγα δώρο της εμπειρίας στην τέχνη. Το πλεονέκτημα του Αλεξίου είναι πως ανήκει σ΄ εκείνους τους καλλιτέχνες που κάνουν τέχνη για να μάθουν τι είναι τέχνη.

-Έτσι λειτουργεί κι η λαϊκή τέχνη. Η έννοια της συνέχειας στην παράδοση κι ο νεωτερισμός στην παράδοση. Αλλά πολλοί ντρέπονται ή φοβούνται να χρησιμοποιήσουν σήμερα αυτές τις παραποιημένες αλήθεια έννοιες..

-Στην περίπτωση του Νίκου η σχέση του σύγχρονου κόσμου με την παράδοση που κάποιος εύστοχα ονόμασε «το πριν σώμα μας» τίθεται σαν κλονισμός, σαν εκκρεμότητα. Υπάρχει ένα τραύλισμα, ένα λαχάνιασμα σ’ αυτό το είδος της δημιουργικότητας. Υπάρχει η ανησυχία κι ένας κλονισμός που συναντά τον συγκλονισμό. Το μήνυμα δεν είναι δηλαδή «Αυτή είναι η παράδοση δείτε την πως έγινε σύγχρονη». Κι όπως ξέρεις καλά εγώ είμαι πολύ καχύποπτος σε τέτοιες απλουστεύσεις. Αυτό που κάνει ξεχωριστή αυτήν την συμμετοχή μας είναι η υπαρξιακή διαθεσιμότητα του έργου, το αίνιγμα και το μυστήριο.

-Τι πιστεύεις πως ξεχωρίζει τον Αλεξίου από τους υπόλοιπους της γενιάς του;

-Όλοι οι άνθρωποι της γενιάς μου έχουμε κοινές ανησυχίες που δεν μας ξεχωρίζουν πολύ. Αυτό που διαφοροποιεί τον Αλεξίου είναι πως ακολουθεί έντονα το metier που θάλεγες εσύ, την έννοια του τεχνίτη, του μάστορα που θάλεγε ο Πικιώνης. Είναι ίσως ο μοναδικός καλλιτέχνης της γενιάς μου κι όλων των καλλιτεχνών εν ζωή που έχει αυτήν την επιδεξιότητα να φτιάχνει πράγματα. Ας θυμηθούμε την λέξη «ποιείν» που παράγει την λέξη «ποίηση». Η ποίηση δεν είναι κάτι αφηρημένο στην γλώσσα μας. Στον Αλεξίου υπάρχει αυτή η ποιητική διάθεση, η «χειροποίηση», που εγώ δεν θα ονόμαζα λαϊκή τέχνη.

– Παράλληλα χρησιμοποιεί φυσικά τα μοτίβα αυτά  κινούμενα και σε video.

-Είναι γι΄ αυτόν το ίδιο πράγμα. Όταν μιλάμε για ψηφιακή επεξεργασία μιλάμε ουσιαστικά για ψηφίδες. Η ψηφίδα, το ψηφίο μας οδηγεί στο ψηφιδωτό. Μια μονάδα συντίθεται με άλλες. Να λοιπόν πως μια ωραία παγίδα της γλώσσας μας συνδέει το ψηφιακό σύμπαν με το ψηφιδωτό δάπεδο..

– Κάποιος που θα καθόταν σ’ ένα καφενείο θα σε ρώταγε απλά: «Και σε τι διαφέρει π. χ ο τρόπος που χρησιμοποιεί  τα παραδοσιακά μουσικά μοτίβα ο Βαγγέλης Παπαθανασίου ώστε να γίνουν ευχάριστα ακούσματα στους Ευρωπαίους από την περίπτωση Αλεξίου;» Αυτός ο διαχωρισμός είναι που πρέπει να γίνει σαφής..

– Ο Παπαθανασίου κάνει jet set music. Παίρνει ένα παραδοσιακό μοτίβο και το κάνει ατμοσφαιρική μουσική. Ο Αλεξίου ασχολείται με αντιγραφές μαθαίνοντας απ’ αυτές και δημιουργώντας μετατοπίσεις. Ο Σεφέρης στον πρόλογο του βιβλίου του που έχει τίτλο «Αντιγραφές» αναφέρει μαστόρους του Μεσαίωνα που μάθαιναν την τέχνη μέσα από αντιγραφές. Αυτό κάνει κι ο Αλεξίου ασκούμενος στην επανάληψη και την πειθαρχία. Κι από αυτήν την επανάληψη προκύπτει μια κατάσταση έκστασης και μέθης παρόμοια με αυτήν που βρίσκουμε από το rave μέχρι και τους σούφι.

– Ο ίδιος λέει πως αυτό που κάνει είναι «Jimmy Hendrix» και δεν έχει καμιά σχέση με τον συμβολισμό.

-Ναι. Δεν έχει να κάνει με συμβολισμό. Είναι ένας καλλιτέχνης της πράξης όχι του concept, της εξουθενωμένης αυτής έννοιας που πρέπει να απαγορεύσουμε στην συζήτησή μας. Σήμερα έχουμε γεμίσει concept και λείπει η εμπειρία. Ας πάμε λοιπόν στις «κακές λέξεις» μιλώντας για τον Αλεξίου. Σ’ αυτές που δεν χρησιμοποιούμε πια.. Στην έννοια της αντιγραφής και της μεταγραφής κατά Σεφέρη. Αυτές τις δυο έννοιες θεωρώ πιο σύγχρονες σήμερα. Όλη η τέχνη είναι επανεγγραφή της προηγούμενης. Είναι παρερμηνεία, είναι παρατύπωση. Άρα γιατί να έχουμε άλλη καλύτερη έννοια από της αντιγραφής;

-Δεν έχουμε πρόβλημα μ’ αυτό.. Απλά οφείλουμε να δώσουμε τις αποχρώσες ενδείξεις σε κάθε περίπτωση.. Γιατί πίσω από τις γενικές έννοιες χάνεται η ζωή. Πάρε παράδειγμα τον Πικάσο που ενώ αντέγραφε από παντού, είχε το φοβερό δαιμόνιο οτιδήποτε έκλεβε να το μετατρέπει σε αδιαμφισβήτητο Πικασό αφαιρώντας την «συλλογική του μνήμη». Πάντως σ’ όλη τη ιστορία της τέχνης η αντιγραφή είναι ενδογενές φαινόμενο της τέχνης. Δεν χρειάζεται καν συζήτηση.

– Στην περίπτωση του Νίκου αυτό που μετράει περισσότερο είναι η αντιγραφή που γίνεται μεταγραφή κατά Σεφέρη που με σύγχρονους όρους θα το ονομάζαμε «διακειμενικότητα».Είναι ένας διακειμενικός καλλιτέχνης με πειθαρχία, άσκηση κι έλεγχο. Έχουμε λοιπόν εδώ, ένα δάπεδο της μονής Ιβήρων, που είναι ουσιαστικά ένα είδος συμπύκνωσης δεδομένων. Είναι ουσιαστικά μια σχέση με το σύμπαν και το άπειρο. Κι έχει μια δική του κοσμολογία και μια συμβολιστική που ο Νίκος μέσα από μια άσκηση επανάληψης πάνω σ’ αυτό το δάπεδο πολλαπλασιάζει την εμπειρία της κατασκευής του. Μέσα από αυτό δημιουργείται μια μετατόπιση, αυτό που θα ονομάζαμε μια «καλή αλλοίωση». Και τελικά, μέσα από την διακειμενική επανάληψη του έργου δημιουργείται ένα άλλο έργο..

* Η Βασιλίκα Σαριλάκη είναι ιστορικός τέχνης
**Ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης ήταν επιμελητής της έκθεσης  και είναι επίκουρος καθηγητής στο τμήμα αρχιτεκτόνων του Πανεπιστήμιου Θεσσαλίας

Πηγή για τις συνεντεύξεις: aristeristrouthokamilos / vasilika sarilaki

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s