Ο Αθηναίος της Εβδομάδας: Νίκος Ναυρίδης

Ο Αθηναίος της Εβδομάδας: Νίκος Ναυρίδης Εικαστικός. Γεννήθηκε στον Υμηττό, ζει στο Μαρούσι. Πιστεύει πως δεν ζεις από την τέχνη, αλλά ζεις με την τέχνη.

Πηγή: www.lifo.gr

  • Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια γειτονιά στις παρυφές του Υμηττού, από γονείς απλούς, τρυφερούς, που με αγαπούσαν και το έδειχναν. Η παιδική μου ηλικία ήταν όπως όλων των πιτσιρικάδων: παιχνίδι, τσακωμοί, αγάπες, φόβοι και ξέγνοιαστα καλοκαίρια. Δεν υπάρχει τίποτα πιο βαρετό από τους τραγουδιστές που τραγούδαγαν από μωρά και εικαστικούς που μουντζούρωναν με ταλέντο από κούνια. Εγώ θυμάμαι, πάντως, πως όταν ήμουνα μικρός, αυτό που ήθελα ήταν να μεγαλώσω και, δυστυχώς, τα κατάφερα!

Prosklisi_gr-Final

  • Πολλές φορές δεν διαλέγουμε τα πράγματα, αυτά μας διαλέγουν. Η τέχνη που με ενδιέφερε δεν ήταν κάτι συγκεκριμένο, ήταν μια περιρρέουσα ποιητικότητα, μια ευαισθησία, ένας τρόπος ζωής περισσότερο, παρά μια συγκεκριμένη ασχολία. Αργότερα, όταν ξεκίνησα τις σπουδές μου στην Αρχιτεκτονική, άρχισα να αναλύω αυτό που παρατηρούσα. Κατάλαβα ότι με ενδιέφερε το σχέδιο και όχι τόσο η ζωγραφική. Ήθελα να βλέπω τα αντικείμενα και τους ανθρώπους, όχι ως νεκρές φύσεις μα ως συμπεριφορές, γεγονότα. Όταν πια μπήκα στη Σχολή Καλών Τεχνών, ήξερα ακριβώς με τι ήθελα να ασχοληθώ. Τα σχέδια έγιναν κείμενα, σκηνικές οδηγίες για να προσδιορίσω αυτό που βιώνουμε, την πραγματικότητα. Τελικά, μ’ ενδιέφεραν ο κόσμος και τα ανθρώπινα από την αρχή.
  • Από τότε έχει περάσει αρκετός χρόνος, πολλά έργα, πολλά διαβάσματα, πολλά ταξίδια, πολλές εξετάσεις… Αλλά, τελικά, νομίζω πως, ναι, τα ίδια ερωτήματα με απασχολούν και σήμερα, μόνο που τώρα σχεδόν υποψιάζομαι πως όσο περισσότερες οι απαντήσεις, τόσο πιο αναπάντητα τα ερωτήματα. Άλλωστε, όπως λέει και ο Μπέκετ, «όσο πιο μεγάλος τόσο και πιο γεμάτος, τόσο και πιο άδειος».
  • Ξεκίνησα από τα σχέδια του Bruce Goff, του Lebbeus Woods και των αποδομιστών αρχιτεκτόνων του ’90. Πέρασα από τα πρώτα video έργα του Acconci και τις περφόρμανς του Oppenheim στη γιαπωνέζικη αβανγκάρντ neodada σκηνή της δεκαετίας του ’50 και όλα αυτά παράλληλα με τον ερωτισμό του Χατζιδάκι και την υποδόρια γλυκύτητα της γενιάς των πανκ του ’80. Γνωρίζετε το «Jonchaies» («Βαλτότοποι») του Ξενάκη; Είναι γραμμένο το ’77 για ορχήστρα 109 μουσικών με αφορμή το θρόισμα των βαλτότοπων. Και το έργο της Ελευσίνας βασίζεται στο θρόισμα, στην ανάσα των σταχυών.
  • Η πρώτη μου συμμετοχή στην Μπιενάλε Νέων Καλλιτεχνών ήταν το ’87, όπου συμμετείχα ως αρχιτέκτονας, κατόπιν ήρθε η ελληνική εκπροσώπηση στην Μπιενάλε του Sao Paulo το ’96, μετά η Μπιενάλε της Κωνσταντινούπολης το ’97, το «Looking for a place» στην Μπιενάλε της Santa Fe το ’99, το Βreath του Μπέκετ στην Μπιενάλε της Βενετίας το 2005, το «Tomorrow will be a wonderful day» στην γκαλερί Bernier-Ηλιάδη το 2008.
  • Ξεκίνησα θεωρώντας τις ανάσες ένα «είδος μέτρησης του κόσμου που αγγίζει τις επίσημες γεωμετρίες των ανθρώπινων ορίων», ένα ζωντανό ρευστό, ένα βίωμα χαμένο του σώματος, μια ενέργεια που διαρκώς μοιράζεται, προκαλεί και καλύπτει τα πάντα». Πάντα, βέβαια, γνωρίζοντας πως η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών που παίρνουμε αλλά από τις στιγμές που μας κόβουν την ανάσα. Και ότι οι αναπνοές δεν διαρκούν για πάντα, δανείζονται, δεν χαρίζονται, όπως η ομορφιά, και για να υπάρξουν πρέπει κανείς να μπορεί να τις διακρίνει και να ξέρει να τις ακούει.
  • Θέλησα να συνδέσω την Ελευσίνα με αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, όχι μόνο συλλογικά, κοινωνικά, αλλά και ατομικά, σε επίπεδο προσωπικό. Να ελπίσω στην ίδια ουτοπία με το σύνθημα του Μάη του ’68 «sous les paves, la plage», «κάτω από το πεζοδρόμιο η παραλία». Άξιζε να δοκιμάσω κι ας το διάβαζα ανάποδα: «Πάνω από το τσιμέντο, τα στάχυα» Και τα δύο το ίδιο αδύνατο επιθυμούν. Μετέφερα ένα χωράφι μέσα στο εργοστάσιο. Ξαναγέννησα την αρχαία ανάσα του τοπίου, φυτεύοντας στάχυα και γεμίζοντας όλη την αυλή. Το εργοστάσιο άρχισε να αναπνέει και η ανάσα του ήταν το θρόισμα των σταχυών που το γέμιζε. Μια αναπνοή που υπήρξε στο παρελθόν και τώρα ξαναβρίσκει τον δρόμο της, ο ίδιος παμπάλαιος ήχος, όπως αυτός της ανάσας μου. Κι επίσης, ήθελα να δουλέψω με το κενό, το άδειο, έναν χώρο που στερείται σημασίας αλλά είναι γεμάτος νοήματα. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τα αρχαία κείμενα που για πολλούς η σοφία τους εντοπίζεται στο κενό ανάμεσα στις λέξεις, στη σιωπή. Άλλωστε, το να αντιλαμβάνεται κανείς το «Γεμάτο Έξω» μέσα από το «Μέσα Άδειο» είναι μια σύμβαση που ακολουθώ στη δουλειά μου, είναι μια στάση ζωής. Χρησιμοποιώ τη φράση του Μπέκετ «Ever tried. Ever failed. No matter. Try Again. Fail again. Fail better» (Πάντα να προσπαθείς. Πάντα να αποτυγχάνεις. Δεν πειράζει. Να προσπαθήσεις ξανά. Να αποτύχεις ξανά. Να αποτύχεις καλύτερα) σαν «προφητεία», έναν «σύγχρονο χρησμό», όμως πιο τρυφερό, παρηγορητικό, γι’ αυτό και ιαματικό, που ενεργοποιεί συνειδήσεις. Αν αυτή η φράση δεν μπορούσε να μας χαρίσει ολοκληρωτική άφεση και γαλήνη, τότε τα λάθη μας δεν θα ήταν ευλογία. Όντας λιγότερο γενναιόδωρος από τον Μπέκετ και περισσότερο επιπόλαιος, πιστεύω ότι αξίζει να ελπίζουμε ακόμα και το ανέφικτο, αφού συχνά η αποτυχία και η επιτυχία δεν διαφέρουν.

athinaios

  • Υπάρχει αναμφίβολα ένα έντονα δυναμικό ενεργειακό πεδίο σε μια μεγάλη ακτίνα γύρω από τα αρχαία. Νομίζω ότι το νιώθουν όλοι οι επισκέπτες της, ο καθένας με τον τρόπο του, ανάλογα με το πόσο έτοιμος είναι και πόσο το χρειάζεται. Η Ελευσίνα είναι μια μικρογραφία της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας. Ένας τόπος γεμάτος δόξα στο παρελθόν, σήμερα σε ύφεση οικονομική, και επίσης μια πόλη που στην ιστορία της, όσοι πέρασαν από εκεί, μάλλον σκοπό είχαν να εκμεταλλευτούν ό,τι αυτή μπορούσε να προσφέρει, ένδοξο παρελθόν, φυσικούς πόρους, εργατικό δυναμικό, ανάγκη για εκσυγχρονισμό, ανανέωση. Θεώρησα την Ελευσίνα κέντρο και άξονα του κόσμου και το Ελαιουργείο έναν «κοινό τόπο» που μέσα του επαληθεύονται όσα συμβαίνουν σήμερα. Άλλωστε, αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι η ιστορία καθαυτή αλλά η συνάντηση του κοινωνικού γεγονότος με το ατομικό.
  • Ο κόσμος δεν θα είχε καθόλου ανάγκη την τέχνη, αν κάποτε επιβίωνε από αυτή, και τώρα που δεν έχει τα απαραίτητα, του λείπει. Ποτέ η τέχνη δεν κάλυπτε τις βασικές διατροφικές ανάγκες του κόσμου. Ποτέ κανείς δεν έπαιρνε ή έχανε κιλά με αφορμή την τέχνη, οι θερμιδομετρητές συστηματικά την παραλείπουν. Κάλυπτε τις ανάγκες των ανθρώπων που την αγαπούσαν και την χρειάζονταν ανεξάρτητα από τα περιουσιακά τους στοιχεία και την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκαν. Ανεξάρτητα, επίσης, από τις ιστορικές συγκυρίες και τις κοινωνικές κρίσεις που την ενέπνεαν πολλές φορές. Άλλωστε, δεν ζεις από την τέχνη, αλλά ζεις με την τέχνη. Το ίδιο συμβαίνει και όταν κάνεις τέχνη, και επιπλέον, τότε, ζεις για την τέχνη, με έναν τρόπο.
  • Επειδή η ματαιότητα κρύβει στο τέλος της μια ηδυπάθεια, συχνά σκέφτομαι πως είναι ανώφελο να κάνεις τέχνη. Συνήθως, όμως, το σκέφτομαι μόλις τελειώσει ένα έργο. Κι επίσης είναι αδύνατο να κάνεις τέχνη σήμερα αγνοώντας τις προϋποθέσεις που την τροφοδοτούν. Το μοντέλο του καλλιτέχνη που απομονωμένος στο εργαστήριό του συλλαμβάνει υψηλά νοήματα έχει προ πολλού εξαφανιστεί. Τα έργα έχουν να αναμετρηθούν με τις ταχύτητες των επεξεργαστών κι αυτό αλλάζει απόλυτα τις συμβάσεις μας για το τι είναι έργο τέχνης σήμερα. Ίσως σε μερικές δεκάδες χρόνια τα παλιά έργα να έχουν μόνο ηθικό χαρακτήρα ή ιστορικές αναφορές.
  • Αν είναι ελιτίστικη η τέχνη; Παλιότερα, ίσως. Κάθε τάξη είχε το δικό της μερίδιο στη χαρά της τέχνης. Ασφαλώς και οι ρεμπέτες του Πειραιά αδιαφορούσαν εντελώς για τα καλλιτεχνικά δρώμενα του Κολωνακίου το ’40, χωρίς να υστερεί σε τίποτα η μουσική τους. Το ίδιο συνέβαινε και αλλού. Παράλληλα με τις αστικές θεατρικές παραστάσεις υπήρχαν οι λαϊκές παραστάσεις και το θέατρο του δρόμου, δίπλα στην όπερα και τη συμφωνική μουσική τα πανηγύρια και οι πλανόδιοι οργανοπαίχτες. Αν αναφέρεστε στα εικαστικά, νομίζω ότι όχι, δεν είναι ελιτιστική πια, συχνά όμως είναι πιο βαρετή απ’ ό,τι παλιότερα, ακόμα και όταν γίνεται δελεαστικό υπερθέαμα. Κι επίσης, στην Ελλάδα, με τους ελάχιστους φορείς που έχουμε και τα τεράστια ποσά που απαιτούνται για παραγωγή νέων έργων, μεταφορά, ασφάλεια παρουσίαση κ.λπ., την κάνουν ένα είδος πολυτελείας. Νομίζω ότι τόσο ένα έργο τέχνης όσο και οι καλλιτέχνες είναι εντελώς απαλλαγμένοι σήμερα από παραδοσιακούς μηχανισμούς αξιολόγησης.
  • Αν κάποτε η διάρκεια στον χρόνο ήταν κριτήριο αξίας, σήμερα νομίζω ότι το ζητούμενο είναι η αντοχή στην ταχύτητα (πληροφοριών, γνώσης, ανατροπών και πάει λέγοντας). Αλλάζει, λοιπόν, και ο ρόλος του έργου και ο ρόλος του καλλιτέχνη κάτω από αυτές τις συνθήκες. Άλλωστε, μην ξεχνάτε πως ένας γοτθικός ναός ήταν κατασκευασμένος για να δεσπόζει, να φαίνεται από παντού και από μακριά και, κυρίως, για να τον προσεγγίζουν οι πιστοί, αν όχι περπατώντας, χρησιμοποιώντας το ταχύτερο μέσον της εποχής, ένα η δυο άλογα. Σήμερα, διασχίζοντας με ένα γρήγορο αυτοκίνητο το ιστορικό κέντρο μιας σύγχρονης μητρόπολης, σίγουρα δεν βλέπουμε τον ίδιο ναό κι ας είναι εξαιρετικά συντηρημένος, σχεδόν καινούργιος.

 

 

  • Το παιχνίδι δεν παίζεται στις -ότητες, στις καταλήξεις των χαρακτηρισμών, αλλά στη γλώσσα και στο συντακτικό της. Τα έργα οφείλουν να μιλούν με την ίδια καθαρότητα σε όποιον τα βλέπει, τα ακούει, τα περπατάει, τα αγγίζει ή τα οσφραίνεται. Με ενδιαφέρει να διατυπώνω τα νοήματα των έργων μου έχοντας τα εφόδια που πήρα από τον τόπο μου. Το ζητούμενο είναι η ελληνική γλώσσα να είναι σε θέση να πραγματευτεί παγκόσμια ζητήματα. Με άλλα λόγια, να γεννήσει πρωτογενή προβληματισμό. Στην περίπτωση αυτή, όπως καταλαβαίνετε, κανείς δεν χρειάζεται εθνικιστικά δεκανίκια, χρειάζεται απλώς τα εφόδια που πήρε από τον τόπο του, καθώς και την πολυτέλεια να τα αναθεωρεί διαρκώς. Κι όπως έλεγε ο Εγγονόπουλος, «το να είσαι Έλλην δεν είναι θέμα καταγωγής, είναι θέμα αγωγής».
  • Αυτό που διδάσκεται είναι οι τεχνικές, μια βασική μεθοδολογία έρευνας και η ιστορία της τέχνης, των μέσων και η εμπειρίας τους. Τα υπόλοιπα είναι προσωπικές υποθέσεις. Αυτό που αξίζει να προσπαθεί κανείς με τους νεότερους είναι να μοιράζεται την εμπειρία του στην τέχνη και να ενεργοποιεί μηχανισμούς εγρήγορσης και ευαισθητοποίησης. Άλλωστε, η τέχνη δεν είναι παρά ένα είδος αισθαντικής τεχνολογίας.
  • Νομίζω ότι τα εικαστικά σήμερα έχουν κοινό ασύγκριτα μεγαλύτερο απ’ ό,τι στο παρελθόν. Είναι λογικό να μη συναγωνίζονται την εξωστρέφεια και την αμεσότητα που έχει το θέατρο και η μουσική. Ασφαλώς τα εικαστικά «διασκεδάζουν» λιγότερο, δυσκολότερα το πλατύ κοινό. Όμως, και πάλι, οτιδήποτε ξεφεύγει από το γνώριμο, το εύκολο, και γίνεται πειραματικό, πρωτοφανές, είτε είναι εικαστικά, θέατρο, μουσική ή χορός, αυτόματα περιορίζει τη μαζική υποδοχή του. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο οι ανίδεοι όσο το μέσο κοινό να οικειοποιηθεί καινούργιες εκφραστικές φόρμες και δύσπεπτες. Είναι σπουδαίο να εκπαιδευτεί το κοινό ώστε να μην αρκείται στην εύκολη διασκέδαση και στις προβλεπόμενες εμπορικές κολακείες του μέσου γούστου. Νομίζω πως απέναντι σε κάτι τέτοιο τα εικαστικά προστατεύονται από τη φύση τους.
  • Στους μαθητές μου διδάσκω «ποτέ να μην εμπιστεύονται τον παραμυθά, μόνο το παραμύθι»… και πως «όταν η απραξία γίνεται αυτάρκεια και ο στοχασμός απραξία, τότε οι λύκοι χορεύουν» – το πρώτο είναι του Ντάρελ και το δεύτερο του Ρίτσου. Όλα τα υπόλοιπα τα βρίσκετε πολύ αναλυτικά στον οδηγό σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών.
  • Νομίζω πώς όλα τα μέσα εμπεριέχονται σε ένα και το αντίστροφο. Τα video έργα μπορεί να ενεργοποιούν άλλες σχεδιαστικές μεθόδους, όπως και μια περφόρμανς ή μια εγκατάσταση στον χώρο, σίγουρα όμως τις ενεργοποιούν. Γι’ αυτό και χρησιμοποιώ τα πάντα στη δουλειά μου. Οι καλλιτέχνες σήμερα, κυριολεκτικά απαλλαγμένοι από τους παραδοσιακούς περιορισμούς των μέσων, χρησιμοποιούν με την ίδια αμεσότητα οτιδήποτε. Άλλωστε, ζούμε σε μια εποχή στην οποία όλες οι τέχνες οικειοποιούνται ελεύθερα στρατηγικές και εκφραστικές πρακτικές η μία της άλλης.
  • Μπροστά σε ερωτήσεις για τις διαφορές μεταξύ της αρχαίας και της σημερινής τέχνης αξίζει να κλείνουμε για λίγο τα μάτια και να φανταζόμαστε πώς, πού και τι εξυπηρετούσε κάθε τέχνη τη στιγμή που δημιουργούνταν. Ένα μεγάλο πρόβλημα είναι το γεγονός ότι κατανοούμε την τέχνη του παρελθόντος μέσα από σύγχρονες συμβάσεις. Δεν νομίζω ότι καταλαβαίνω την αρχαία τέχνη όπως θα ήθελα. Σίγουρα τη θαυμάζω, αλλά οι κώδικες λειτουργίας της είναι απαραβίαστοι από την ηθική και την εμπειρία του πολιτισμού που ζω.
  • Τα τελευταία πέντε χρόνια διδάσκω στην ΑΣΚΤ και μπορώ να σας μεταφέρω ένα είδος εμπειρίας από εκεί. Η σχολή είναι φυτώριο νέων, έτοιμων, φιλόδοξων ανθρώπων που παράγουν, διεκδικούν και ανταγωνίζονται. Δεν υστερούν σε τίποτε από άλλους Ευρωπαίους 19χρονους και 20χρονους που ξεκινούν τη ζωή τους μέσα στην τέχνη. Υστερούν στην υποδοχή και στα εφόδια. Υπάρχει, επίσης, ένα ζήτημα σύγχρονου γενιτσαρισμού. Πρέπει κανείς να φύγει για να καταφέρει να δουλέψει και να διαδώσει το έργο του. Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει να εξάγουμε πρώτη ύλη και να την επανεισάγουμε επεξεργασμένη. Το ίδιο συμβαίνει και με τους καλλιτέχνες. Νομίζω ότι είναι κάτι που δεν έχει αλλάξει από χρόνια. Υπάρχουν, βέβαια, απίστευτα περισσότερες ευκαιρίες να προωθήσει κανείς τη δουλειά του μέσω Διαδικτύου, καθώς και να ταξιδεύει συχνότερα. Αυτά, όμως, δεν σώζουν την ένδεια μιας χώρας σε καλλιτεχνική παιδεία και στρατηγικές πολιτιστικού σχεδιασμού.
  • Οι Έλληνες έχουν τις ίδιες ακριβώς αξίες που είχαν πάντα. Αναρωτιέται στο επιμύθιο του Πλούτου ο Σαββόπουλος: «Άραγε, είναι ο Αριστοφάνης που καταφέρνει πάντα να είναι τόσο επίκαιρος ή εμείς συνεχίζουμε τρεις χιλιάδες χρόνια να είμαστε το ίδιο μαλάκες;».

=====

Try again. Fail again. Fail better.

Αισχύλεια 2013, Παλαιό Ελαιουργείο, Παραλία Ελευσίνας.

Μέχρι 13/10/13: Καθημερινά: 19:00-24:00 (και τα Σαββατοκύριακα)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s